Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ἡ Μητρόπολή μας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ἡ Μητρόπολή μας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2013

Ἡ πανήγυρη τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Γεωργίου Σητείας καί τά ἐγκαίνια τῆς αἴθουσας συσσιτίου











Μέ μεγάλη λαμπρότητα καί ἱεροπρέπεια πανηγύρισε τήν Κυριακή 3 Νοεμβρίου, ἑορτή τῆς Ἀνακομιδῆς τῶν ἱερῶν Λειψάνων τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου, ὁ φερώνυμος Ἱερός Ἐνοριακός Ναός τῆς πόλεως τῆς Σητείας. Τό ἀπόγευμα τῆς παραμονῆς τελέσθηκε ἡ ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου πανηγυρικοῦ Ἑσπερινοῦ, κατά τήν ὁποία χοροστάτησε ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Ἱεραπύτνης καί Σητείας κ. Εὐγένιος, ὁ ὁποῖος εὐλόγησε τό πλῆθος τῶν προσφερομένων ἄρτων, περιστοιχούμενος ἀπό τόν Ἡγούμενο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Τοπλοῦ καί πλειάδα Ἐφημερίων τῆς εὐρύτερης περιοχῆς, καί κήρυξε ἐπίκαιρα τόν θεῖο λόγο, κάνοντας ἰδιαίτερη ἀναφορά στή ζωή, τό μαρτύριο καί τό πλῆθος τῶν θαυμάτων τοῦ τιμωμένου Μεγαλομάρτυρος Ἁγίου.
 

Ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς, τελέσθηκε ἡ ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου, στήν ὁποία χοροστάτησε ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Ἱεραπύτνης καί Σητείας κ. κ. Εὐγένιος, ὁ ὁποῖος στή συνέχεια ἱερούργησε καί μίλησε κατάλληλα γιά τά μηνύματα τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς τοῦ πλουσίου καί τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου στό πλῆθος τῶν πιστῶν πού κατέκλυσαν τόν πανηγυρίζοντα ναό.
 
 
Μετά τό πέρας τῆς Ἀρχιερατικῆς Θείας Λειτουργίας ὁ Σεβ. Μητροπολίτης κ. Εὐγένιος, περιστοιχούμενος ἀπό τόν  Ἡγούμενο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Τοπλοῦ Ἀρχιμ. Φιλόθεο Σπανουδάκη καί τούς Ἐφημερίους τῆς πόλεως, τέλεσε τόν Ἁγιασμό τῶν ἐγκαινίων στή νεόδμητη «αἴθουσα συσσιτίου». Ἡ αἴθουσα παραχωρήθηκε ἀπό τήν Ἐνορία Ἁγίου Γεωργίου στό Κοινωφελές Ἐκκλησιαστικό Ἵδρυμα «Παναγία ἡ Ἀκρωτηριανή», μέ δαπάνη τοῦ ὁποίου ἐξοπλίσθηκε καί θά λειτουργήσει συσσίτιο ἀπόρων. Ὁ Σεβ. κ. Εὐγένιος ἀναφέρθηκε στήν ἐπιτακτική ἀνάγκη δημιουργίας καί ἐξοπλισμοῦ αὐτοῦ τοῦ χώρου γιά τήν κάλυψη τῶν ἀναγκῶν σίτισης τῶν νεόπτωχων ἀδελφῶν μας ἀπό τήν εὐρύτερη περιοχή τῆς Σητείας. Ἐπίσης μίλησαν ὁ ἱερατικῶς προϊστάμενος τοῦ Ναοῦ Αἰδεσιμ. Οἰκονόμος π. Νικόλαος Σαββιδάκης, ὁ Δήμαρχος Σητείας κ. Θεόδ. Πατεράκης καί ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Περιφερειακῆς Αὐτοδιοίκησης κ. Νεκτάριος Παπαβασιλείου. Ἀκολούθησε ξενάγηση στούς χώρους τῆς κουζίνας καί τέλος προσφέρθηκε καφές καί κεράσματα σέ ὅλους τούς παρόντες.
 





























ΠΗΓΗ: Ἱερά Μητρόπολις Ἱεραπύτνης καί Σητείας: imis.gr 

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013

Η ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΙΕΡΑΠΥΤΝΗΣ

 ΚΑΙ ΣΗΤΕΙΑΣ

Ἡ Ἱερὰ Μητρόπολη Ἱεραπύτνης καὶ Σητείας εἶναι μία ἀπὸ τὶς ὀκτὼ Μητροπολιτικὲς περιφέρειες τῆς Ἀποστολικής  Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης. Βρίσκεται στὸ νοτιοανατολικὸ τμῆμα τοῦ Νομοῦ Λασιθίου καὶ περιλαμβάνει τὶς Ἐπαρχίες Ἱεράπετρας καὶ Σητείας καὶ τὶς τέως Κοινότητες Καλοῦ Χωριοῦ Μεραμβέλλου καὶ Κάτω Σύμης Βιάννου μὲ ἕδρα τὴν πόλη τῆς Ἱεράπετρας.
Ἡ παράδοση ἀναφέρει ὅτι στὸ β΄ μισό του ἃ΄ αἰώνα μ.Χ. ὁ Ἀπόστολος Τίτος, ποὺ τὸν εἶχε ἀφήσει ὁ Ἄπ. Παῦλος στὴν Κρήτη γιὰ νὰ κηρύξει τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, ἵδρυσε τὶς Ἐπισκοπὲς τῆς Κρήτης. Αὐτὴ ἦταν καὶ ἡ ἐπιθυμία τοῦ Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν Παύλου, ποὺ ἀναφέρει στὴν πρὸς Τίτον ἐπιστολὴ τοῦ «τούτου χάριν κατέλιπον σὲ ἐν Κρήτη, ἴνα τὰ λείποντα ἐπιδιορθώσης καὶ καταστήσης κατὰ πόλιν πρεσβυτέρους, ὡς ἐγὼ σοὶ διεταξάμην...» (Τίτ. 1,5), διευκρινίζοντας ὅτι πρεσβυτέρους ὀνομάζει τούς  Ἐπισκόπους. Ἡ Ἐπισκοπὴ Ἱεράπετρας εἶναι ἡ ἀρχαιότερη ἱστορικὰ στὸ Νομὸ Λασιθίου καὶ θεωρεῖται μεταξὺ τῶν πρώτων ποὺ ἱδρύθηκαν στὴν Κρήτη.
Σύμφωνα μὲ τὸν ἱστορικὸ Φλαμίνιο Κορνήλιο στὸ ἔργο τοῦ Kreta Sacra καὶ τὴν ἀναφορὰ τοῦ Ἀθανασίου Παπαδοπούλου-Κεραμέως στὸ «Μαρτυρολόγιο τῶν Ἁγίων Δέκα Μαρτύρων», ἡ ἵδρυσή της χρονολογεῖται γύρω στὸ 68 μ. Χ.
Ἐπίσης, τὸ ἀκρωτήριο «Σαλμώνη», ποὺ ἀναφέρεται στὶς Πράξειςτων Αποστολων (Πρ. 27,7) «ὑπεπλεύσαμεν τὴν Κρήτην κατὰ Σαλμώνην» πὼς πέρασε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πηγαίνοντας στὴ Ρώμη, πρὶν νὰ ἀράξει τὸ πλοῖο ποὺ τὸν μετέφερε στοὺς Καλοὺς Λιμένες, εἶναι τὸ ἀκρωτήριο «Κάβο Σίδερο», τὸ ὁποῖο βρίσκεται στὸ ἀνατολικότερο ἄκρο τῆς Κρήτης, καὶ συγκεκριμένα στὴν ἐπαρχία Σητείας καὶ στὰ γεωγραφικὰ ὅρια τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Τοπλοῦ.
Ἀκόμα, σύμφωνα μὲ μία παράδοση ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, κατὰ τὴν τέταρτη ἀποστολικὴ περιοδεία του, ἀποβιβάστηκε γιὰ ἀνεφοδιασμὸ ἀνατολικὰ της  Ἱεράπετρας, ὅπου καὶ κτίστηκε μία ἐκκλησία μὲ 12 κολῶνες στὸ ὄνομα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, γεγονὸς ποὺ ἐνισχύει τὴν ἐπικρατοῦσα παράδοση ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν μαζὶ μὲ τὸν μαθητὴ τοῦ Τίτο ἵδρυσαν τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἱεραπύτνης καὶ τῆς Σητείας. Ὁ ναὸς δὲν διασώζεται σήμερα, ὅμως περιγράφεται τὸ 1687 ἀπὸ τὸν Randolph τὶς περιηγήσεις του στὴν Κρήτη ποὺ γράφει: «Ἀνατολικά της Ἱεράπετρας περίπου 10 μίλια, ἐπισκέφτηκα ἕνα μοναστήρι μέσα σὲ μία σπηλιὰ δίπλα σὲ ἕνα βουνό. Ἐκεῖ ὅπου λέγεται ὅτι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἐκήρυξε. Σ’ αὐτὴ τὴν σπηλιὰ εἶναι μία ἐκκλησία μὲ 12 κολῶνες κομμένες ἀπὸ τὸ βράχο καὶ εἶναι γεγονὸς ὅτι οἱ χριαστιανοὶ τὴν ἔκτισαν νύκτα καὶ σὲ διάστημα μηνός».
Ἡ ἀνασκαφικὴ ἔρευνα ἀπὸ τὸν Σύλλογο «Βιτσέντζος Κορνάρος» Σητείας, ἔφερε στὴν ἐπιφάνεια σημαντικὰ στοιχεῖα, μὲ τὰ ὁποῖα μπορεῖ νὰ ὑποστηριχτεῖ ὅτι αὐτὸς ὁ δωδεκακίονος σπηλαιώδης ναός, ὁ ὁποῖος ἦταν καθολικὸ γυναικείας Μονῆς καὶ κτίστηκε τὸν πρῶτο μ.Χ. αἰώνα, βρίσκεται στὴν περιοχὴ τοῦ Μακρὺ Γιαλοῦ. Ἀκόμη ἡ ἔρευνα αὐτὴ στὴν περιοχὴ τοῦ Μακρὺ Γυαλοῦ, ἔφερε σὲ φῶς σπηλιὰ μὲ κτίσματα καθὼς καὶ τὸν χαρακτηριστικὰ κομμένο βράχο ποὺ περιγράφει ὁ Randolph.
Ἡ πρώτη ἱστορικὰ ἐπικυρωμένη ἀναφορὰ γίνεται τὸ 343 μ.Χ. ὅταν ὀ Επίσκοπος Ἱεραπύτνης Σύμφορος μετεῖχε στὴ Σύνοδο τῆς Σαρδικῆς (Σόφιας). Τὸ 457 μ.Χ. στὴν τοπικὴ Σύνοδο Κρήτης μνημονεύει καὶ ὑπογράφει ὁ Εὐφρόνιος ὡς Ἐπίσκοπος Ἱεραπύτνης, ἐνῶ κατὰ τὴν Ζ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο στὴ Νίκαια τὸ 787 ἀναφέρεται καὶ ἡ Ἐπισκοπὴ Ἱεραπύτνης.
Τὸν 7ο ἢ τὸν 8ο αἰώνα τοποθετεῖται ἡ ἵδρυση τῆς Ἐπισκοπῆς τῆς Σητείας. Ἡ Ἀραβικὴ κατάκτηση τοῦ 823 ἐπέφερε πρωτοφανεῖς διωγμοὺς στὴν Ἐκκλησία τῆς Κρήτης. Ἀπὸ τὸ 961 μ.Χ. μὲ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Κρήτης ἀπὸ τὸν Νικηφόρο Φωκὰ ἀναβιώνει τὸ ὀρθόδοξο χριστιανικὸ φρόνημα τῶν κατοίκων της καὶ ἡ ἐπανασύσταση καὶ δραστηριοπόηση τῶν Ἐπισκόπων. Οἱ ἱστορικοί της ἐποχῆς ἀναφέρουν ὅτι ἡ καταστροφικὴ ἐπιδρομὴ τῶν πειρατῶν στὶς παράλιες πόλεις τῆς Κρήτης ἀνάγκαζαν τὴ μεταφορὰ τῆς ἕδρας τους σὲ μεγάλα χωριὰ στὸ ἐσωτερικό της Κρήτης ποὺ ἀκόμα φέρνουν τὸ ὄνομα Ἐπισκοπῆ, ὅπως π.χ. στὴν περιοχὴ Ἱεράπετρας στὸ χωριό Επισκοπη καὶ στὴν περιοχὴ τῆς Σητείας ἡ Ἐπάνω καὶ Κάτω Ἐπισκοπῆ μὲ ὑπάρχουσες μέχρι σήμερα κατοικίες Ἐπισκόπων. Δηλαδὴ ὁρισμένες περιφέρειες κατὰ καιροὺς ἀποτελοῦσαν ἀνεξάρτητες Ἐπισκοπὲς ὅπως φαίνεται στὸ Παρισινὸ τακτικὸ 1555Α΄ τοῦ Λέοντος Γ΄ καὶ τοῦ Κωνσταντίνου Ἐ΄, ποὺ χρονολογεῖται μεταξὺ τῶν ἐτῶν 731-746 μ. Χ.
Κατὰ τὴν Ἐνετοκρατία, μετὰ τὸ 1204, οἱ Φράγκοι κατακτητὲς συγχώνευσαν τὶς Ἐπισκοπὲς καὶ ἀντὶ Ὀρθοδόξων τοποθετοῦσαν Λατίνους Ἐπισκόπους ἢ Ἕλληνες ποὺ εἶχαν φραγκέψει. Ὁ πρῶτος Λατίνος Ἐπίσκοπος ἦταν ὁ Ἀντώνιος ἀπὸ τὴ Βενετία (1317-1323). Ἀκολουθοῦν περὶ τοὺς εἴκοσι (20) Λατίνους ἢ Λατινόφρονας Ἐπισκόπους. Ὁ τελευταῖος Γεώργιος Μινόττος (1634-1651) παραδίδει τὴν Ἐπισκοπὴ Σητείας στοὺς Τούρκους. Στὴν περίοδο αὐτὴ οἱ δύο ἐπαρχίες ἄλλοτε ἦταν ἑνωμένες καὶ ἄλλοτε ὄχι, ἀνάλογα μὲ τὰ συμφέροντα τῶν κατακτητῶν, ὁ δὲ Ἐπίσκοπος ἔφερε πάντα τὸν τίτλο «Ἱεραπέτρας», συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς Ἐπισκοπῆς «Πέτρας». Ἡ Ἱερὰ Ἐπισκοπὴ Ἱεραπύτνης περιελάμβανε ὁλόκληρο τὸ ἀνατολικὸ τμῆμα τῆς Νήσου, ἀπὸ τὴν Σητεία ἕως τὴν Βιάννο καὶ τὴν Χερρόνησο, δηλαδὴ τὴν σημερινὴ Χερσόνησο τοῦ Νομοῦ Ἡρακλείου.
Κατὰ τὸν 12ο αἰώνα μέρος τῆς περιφερείας τῆς Ἐπισκοπῆς Ἱεραπύτνης ἢ Ἱεραπέτρας (ἐπαρχίες Μεραμβέλλου, Λασιθίου καὶ Βιάννου) ἀποσπάσθηκε ἂπ΄ αὐτὴν καὶ ἀποκόπηκε ὁ τίτλος της, παραμένουσα ἡ πρώτη ὡς Ἐπισκοπῆ Ἱερᾶς καὶ ἡ δεύτερη ὡς Ἐπισκοπῆ Πέτρας. Ἀπὸ τότε στὴν Ἐπισκοπὴ Ἱερᾶς ἢ Ἱερᾶς καὶ Σητείας ἀνήκουν οἱ Ἐπαρχίες Ἱεράπετρας καὶ Σητείας καὶ οἱ τέως Κοινότητες Καλοῦ Χωριοῦ Μεραμβέλλου καὶ Κάτω Σύμης Βιάννου.
Γιὰ ὁρισμένο μικρὸ διάστημα ἡ Ἐπαρχία Σητείας ἀποτέλεσε ἰδιαίτερη Ἐπισκοπὴ μὲ τελευταῖο Ἐπίσκοπο τὸν μακαριστὸ Ζαχαρία, ὁ ὁποῖος θανατώθηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους κατακτητὲς στὸ Ἡράκλειο τὸ 1822 μ.Χ. Καὶ πάλι ὅμως οἱ δύο ἐπαρχίες Ἱεράπετρας καὶ Σητείας ἀποτέλεσαν μία ἑνιαία Μητροπολιτικὴ περιφέρεια, τὴν Ἱερὰ Ἐπισκοπὴ Ἱερᾶς καὶ Σητείας ἢ Ἱεροσητείας.
Στὴν Τουρκοκρατία (1669-1898) ἐπανιδρύθηκαν οἱ Ἐπισκοπὲς στὴν Κρήτη καὶ ἐγκαταστάθηκαν Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι. Τότε ὑπῆρχαν δύο Ἐπισκοπὲς «Ἱερᾶς» καὶ «Σητείας» καὶ ἀπὸ τὸ 1832 συγχωνεύτηκαν σὲ μία μὲ τὸ ὄνομα «Ἱεροσητείας». Πρῶτος Ἐπίσκοπος Ἱεροσητείας μετὰ τὴν τουρκικὴ κατάληψη εἶναι ὁ Γεράσιμος Μαγγανάρης (1832-1841). Ὀνομαστὸς ὑπῆρξε ὁ προκάτοχος τοῦ Ἀρτέμιος Παρδάλης (1811-1821), ὁ ὁποῖος ἐπέδειξε σημαντικὴ ἐθνικὴ δράση στὰ χρόνια της Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης, καὶ τὸ 1845 ἐξελέγη ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας.
Σὲ ὅλα τὰ δύσκολα χρόνια καὶ κυρίως τὴν περίοδο τῆς τουρκοκρατίας ἡ Ἱερὰ Μητρόπολη Ἱεραπύτνης καὶ Σητείας, ὅπως καὶ γενικότερα ἡ Ἐκκλησία τῆς Κρήτης, κράτησαν ἀνόθευτη τὴν Ὀρθόδοξη πίστη, διατήρησε ἀναλλοίωτη τὴν ἑλληνοχριστιανικὴ παράδοση καὶ τὸ πατριωτικὸ φρόνημα τοῦ εὐσεβοῦς καὶ φιλόθεου λαοῦ μας.
Ὀνομαστοὶ καὶ λόγιοι Ἱεράρχες ὑπῆρξαν ὁ Καλλίνικος (1841-1845), ὁ Ἰλαρίων Κατσούλης (1846-1869), ποὺ ὀργάνωσε τὴν ἐκπαίδευση ἱδρύοντας ἐκπαιδετικὸ φροντιστήριο, ὁ Νεόφυτος (1869-1878), καὶ οἱ Γρηγόριος Παπαδοπετράκης ἀπὸ τὰ Σφακιὰ (1880-1889) καὶ ὁ Ἀμβρόσιος Σφακιανάκης (1890-1929) ἀπὸ τὸ Ἡράκλειο. Ἀπὸ τὸ 1932 ἕως τὸ 1936 μὲ τὸ νόμο 5621 οἱ Ἐπισκοπὲς Ἱεροσητείας καὶ Πέτρας συγχωνεύτηκαν σὲ μία μὲ τὸν τίτλο «Ἐπισκοπῆ Νεαπόλεως» καὶ μὲ Ἐπίσκοπο τὸν Πέτρας Διονύσιο Μαραγκουδάκη. Τὸ 1936 καταργήθηκε ὁ νόμος 5621 καὶ ἐπανασυστάθηκε ἡ Ἐπισκοπὴ Ἱερᾶς καὶ Σητείας στὴν ὁποία ἐξελέγη Ἐπίσκοπος ὁ Φιλόθεος Μαζοκοπάκης ἀπὸ τὴν Κίσαμο (1936-1960).
Τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἀργότερα διὰ τῆς ὑπ' ἀριθμοῦ 812 πράξεως τοῦ ἔτους 1962 προήγαγε τὴν Ἐπισκοπὴ Ἱεροσητείας σὲ Μητρόπολη μὲ τὸν τίτλο Ἱεραπύτνης καὶ Σητείας καὶ πρῶτο Μητροπολίτη τὸν ἀείμνηστο Φιλόθεο Βουζουνεράκη (1961-1993).
Τὸ ἔτος 1993 ἡ Ἁγία καὶ Ἱερὰ Σύνοδος ἀνύψωσε τὶς Μητροπόλεις τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης, καὶ συνεπῶς καὶ τὴν Μητρόπολη Ἱεραπύτνης καὶ Σητείας, εἰς ἐν ἐνεργεία Μητροπόλεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου. Ἡ ἀνακήρυξη ἀναφέρει ὅτι: «ἡ ρηθεῖσα τιμῆς ἕνεκεν Μητρόπολις Ἱεραπύτνης καὶ Σητείας, ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἐφεξῆς ὑπάρχη καὶ λέγηται καὶ παρὰ πάντων γιγνώσκηται Ἱερὰ Μητρόπολις Ἱεραπύτνης καὶ Σητείας, ὁ δὲ ἐν αὐτὴ ἀρχιερατεύων τιτλοφορῆται Ἱερώτατος Μητροπολίτης Ἱεραπύτνης καὶ Σητείας, ὑπέρτιμος καὶ ἔξαρχος Ἀνατολικῆς Κρήτης».
Τὸν Ἰούνιο τοῦ 1994 ἡ Ἱερὰ Ἐπαρχιακὴ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης ἐξέλεξε σὲ κανονικὴ διαδοχὴ καὶ διὰ παμψηφίας τὸν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ἱεραπύτνης καὶ Σητείας κ.κ. Εὐγένιο (Πολίτη), ὑπέρτιμο καὶ ἔξαρχο Ἀνατολικῆς Κρήτης.
Ἡ Ἱερὰ Μητρόπολη Ἱεραπύτνης καὶ Σητείας περιλαμβάνει 86 Ἐνοριακοὺς Ναούς, 210 Ἐνοριακὰ Παρεκκλήσια, 408 Ἐξωκκλήσια, 70 Ναοὺς Κοιμητηρίων, 11 Μοναστηριακοὺς Ναοὺς καὶ περὶ τοὺς 90 ἐγγάμους καὶ ἀγάμους κληρικούς. Οἱ ἐν ἐνεργεία Μονὲς εἶναι οἱ ἑξῆς ἔξι: ἡ Ἱερὰ Σταυροπηγιακὴ Μονὴ Παναγίας Ἀκρωτηριανῆς καὶ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου Τοπλοῦ Σητείας, ἡ Ι. Μονὴ Παναγίας Φανερωμένης Ἱεράπετρας, ἡ Ι. Μονὴ Ἁγίου Ἰωάννου Καψὰ Σητείας (Ἀνδρικὰ Μοναστήρια), ἡ Ι. Μονὴ Παναγίας Ἑξακουστῆς Μαλλῶν Ἱεράπετρας, τὸ Ἱερὸ Ἡσυχαστήριο «Ἄξιόν Ἐστι» Ἱεράπετρας καὶ τὸ Ἱερὸ Προσκύνημα Ἁγίων Πάντων Ἁγιασμένου Ἱεράπετρας (Γυναικεία Μοναστήρια), ἐνῶ ὑπάρχουν καὶ ἀρκετὲς ἱστορικὲς διαλελυμένες Μονές.



Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
                  

 Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ἱεραπύτνης καὶ Σητείας, Ὑπέρτιμος και Ἔξαρχος Ἀνατολικῆς Κρήτης κ. Εὐγένιος (Πολίτης) γεννήθηκε στὸ Ἡράκλειο Κρήτης τὸ ἔτος 1952. Παρακολούθησε στὸ Ἡράκλειο τὶς γυμνασιακὲς σπουδὲς καὶ τὸ  1971 εἰσήχθη  στὴν Ἀνωτέρα Παιδαγωγικὴ Ἐκκλησιαστικὴ  Ἀκαδημία Θεσ/νίκης ἀπ’ ὅπου καὶ ἀποφοίτησε παίρνοντας τὸ πτυχίο τοῦ Ἱεροδιδασκάλου. Τὸ 1973 εἰσήχθη μὲ Πανελλήνιες ἐξετάσεις  στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ Θεσ/νίκης καὶ πῆρε  τὸ πτυχίο  τὸ 1977. Τὸ 1978 - 1980 εἰσάγεται καὶ ἐγγράφεται  στὸ Μεταπτυχιακὸν τμῆμα Σπουδῶν τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς καὶ προσλαμβάνεται ὡς Ἐπιστημονικὸς Συνεργάτης στὴν ἕδρα τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου καὶ Ποιμαντικῆς. Μετέχει σὲ διασκέψεις καὶ συνέδρια ὡς ὑπότροφος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καθ’ ὅλη τὴν διάρκεια τῶν σπουδῶν του. Τὸ 1980 ἐπιστρέφει στὴν Κρήτη, κείρεται Μοναχὸς καὶ χειροτονεῖται Διάκονος  στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγ. Γεωργίου Ἐπανωσήφη. Τὸ 1982 χειροτονεῖται Πρεσβύτερος, λαμβάνει τὸ ὀφφίκιο τοῦ Ἀρχιμανδρίτη καὶ διορίζεται  Ἱεροκήρυκας τῆς Ι. Ἀρχιεπισκοπῆς Κρήτης. Τὸ 1984 προχειρίζεται Ἡγούμενος τῆς Ι. Μονῆς Ἁγ. Γεωργίου Γοργολαΐνι καὶ ἐργάζεται γιὰ τὴν ἀνακαίνιση καὶ λειτουργία τῆς Ι. Μονῆς μέχρι καὶ τὴν  ἐκλογή του σὲ Ἐπίσκοπο, στὶς 14 Ἰουνίου 1994. Ἡ χειροτονία του ἔγινε στὶς 25 τοῦ ἴδιου μήνα στὸν Ἱερὸ Ναὸ Ἁγ. Μηνᾶ Ἡρακλείου. Ἐνθρονίστηκε  στὴν Ἱεράπετρα στὶς 10 Σεπτεμβρίου τοῦ ἴδιου ἔτους.  Ἀσχολήθηκε μὲ τὴν Ἱερὰ Ἐξομολόγηση, τὸ κήρυγμα καὶ τὴν κατήχηση τῆς Νεότητος, μετεῖχε σὲ συνέδρια καὶ δημοσίευσε ἄρθρα σὲ διάφορα περιοδικά.